Οξυγόνο
English: Oxygen

Οξυγόνο
ΆζωτοΟξυγόνοΦθόριο


Ο

Θείο
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif
Transparent.gif

Oxygen spectre.jpg
Φασματικές γραμμές οξυγόνου

Ιστορία
Ταυτότητα του στοιχείου
Όνομα, σύμβολοΟξυγόνο (Ο)
Ατομικός αριθμός (Ζ)8
Κατηγορίααμέταλλα
ομάδα, περίοδος,
τομέας
16 (VIA) ,2, p
Σχετική ατομική
μάζα (Ar)
15,9994(3)
Ηλεκτρονική
διαμόρφωση
1s2 2s2 2p4
Αριθμός EINECS231-956-9
Αριθμός CAS7782-44-7
Ατομικές ιδιότητες
Ατομική ακτίνα60 pm
Ομοιοπολική ακτίνα66±2 pm
Ακτίνα van der Waals152 pm
Ηλεκτραρνητικότητα3,44
Κυριότεροι αριθμοί
οξείδωσης
-2
Ενέργειες ιονισμού1η:1.313,9 ΚJ/mol
2η:3.388,3 KJ/mol
3η:5.300,5 KJ/mol
Φυσικά χαρακτηριστικά
Κρυσταλλικό σύστημακυβικό
Σημείο τήξης-218,79 °C (-361.82 °F) (54,36 K)
Σημείο βρασμού-182,95 °C (-297,31 °F) (90,20 K)
Κρίσιμο σημείο-118,6 °C, 5,043 MPa
Πυκνότητα0,0014290 g/cm3 (0 °C)
Ενθαλπία τήξης0,444 KJ/mol (O2)
Ενθαλπία εξάτμισης6,82 KJ/mol (O2)
Ειδική θερμοχωρητικότητα29,378 J/mol·K (O2)
Μαγνητική συμπεριφοράπαραμαγνητικό
Ειδική θερμική
αγωγιμότητα
26,58×10-3 W/m·K
Ταχύτητα του ήχου316 m/s (αέριο)[1]
Επικινδυνότητα
Οξειδωτικό
Φράσεις κινδύνου8
Φράσεις ασφαλείας17
Κίνδυνοι κατά
NFPA 704

NFPA 704.svg

0
3
 
Η κατάσταση αναφοράς είναι η πρότυπη κατάσταση (25°C, 1 Atm)
εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά


Το οξυγόνο (αγγλικά: oxygen) είναι το χημικό στοιχείο με χημικό σύμβολο O και ατομικό αριθμό 8. Είναι ένα μέλος των χαλκογόνων. Είναι, ακόμη, ένα πολύ δραστικό αμέταλλο χημικό στοιχείο και ένα οξειδωτικό μέσο που γρήγορα σχηματίζει χημικές ενώσεις, συγκεκριμένα οξείδια, με τα περισσότερα άλλα χημικά στοιχεία[2]. Κατά μάζα, το οξυγόνο είναι το 3ο σε αφθονία χημικό στοιχείο στο σύμπαν, δηλαδή αμέσως μετά το υδρογόνο και το ήλιο[3]. Δύο (2) άτομα οξυγόνου ενώνονται για να σχηματίσουν «διοξυγόνο», δηλαδή μια διατομική αλλομορφή του στοιχειακού οξυγόνου, που όταν είναι χημικά καθαρό και υπό κανονικές συνθήκες, είναι ένα αέριο άχρωμο, άοσμο και άγευστο, με μοριακό τύπο O2.

Πολλές μεγάλες κατηγορίες οργανικών μορίων σε ζωντανούς οργανισμούς, όπως πρωτεΐνες, νουκλεϊκά οξέα, υδατάνθρακες και λίπη, περιέχουν οξυγόνο, όπως επίσης συμβαίνει και με μεγάλης σημασίας ανόργανες ενώσεις (όπως για παράδειγμα το φωσφορικό οξύ) που αποτελούν συστατικά ζωικών εξωσκελετών, δοντιών και οστών. Άλλωστε, το μεγαλύτερο ποσοστό της μάζας των ζωντανών οργανισμών αποτελείται από οξυγόνο, ως κύριο μέρος της μάζας του νερού, που περιέχουν ως κυριότερο συστατικό τους οι μορφές ζωής. Για παράδειγμα, το ανθρώπινο σώμα αποτελείται κατά τα 2/3 της μάζας του από οξυγόνο. Το στοιχειακό οξυγόνο στη Γη παράγεται από κυανοβακτήρια, φύκη και φυτά, και χρησιμοποιείται από όλη τη σύνθετη ζωή του πλανήτη για την κυτταρική αναπνοή. Το οξυγόνο είναι τοξικό για τους υποχρεωτικά αναερόβιους οργανισμούς, που κυριαρχούσαν στη Γη κατά τα αρχικά στάδια της γέννησης και ανάπτυξης του φαινομένου της ζωής στον πλανήτη μας, πριν το στοιχειακό διοξυγόνο αρχίσει να συσσωρεύεται στην ατμόσφαιρα, δηλαδή περίπου πριν από 2,5 δισεκατομμύρια χρόνια πριν από σήμερα (δείτε το λήμμα μεγάλη οξυγονογένεση). Η ζωή είχε αρχίσει να εμφανίζεται στη Γη πριν από περίπου 1 δισεκατομμύρια χρόνια[4]. Το διατομικό αέριο οξυγόνο αποτελεί το 20,8% κατ' όγκο του ατμοσφαιρικού αέρα της Γης[5]. Το οξυγόνο είναι το πιο άφθονο χημικό στοιχείο κατά μάζα, κυρίως ως διοξείδιο του πυριτίου (SiO2), του φλοιού της Γης, αποτελώντας συνολικά σχεδόν το ήμισυ της μάζας του[6].

Το οξυγόνο αποτελεί σημαντικό τμήμα της ατμόσφαιρας της Γης και είναι απαραίτητο για τη διατήρηση του μεγαλύτερου μέρους της γήινης ζωής, καθώς χρησιμοποιείται από την αναπνοή. Ωστόσο, είναι πολύ δραστικό χημικά για να παραμείνει ως ελεύθερο στοιχείο στην ατμόσφαιρα του πλανήτη μας χωρίς τη συνεχή αναπλήρωσή του από τη φωτοσυνθετική δραστηριότητα ζωντανών οργανισμών (συγκεκριμένα των φυτών), που χρησιμοποιούν την ενέργεια του ηλιακού φωτός για να παράγουν στοιχειακό υγρό από το νερό. Μια άλλη αλλομορφή του οξυγόνου, το όζον (O3) απορροφά ισχυρά την UVB ακτινοβολία και συνεπώς το στρατοσφαιρικό στρώμα του όζοντος βοηθά την προστασία της βιόσφαιρας από την υπεριώδη ακτινοβολία, αλλά αντίθετα το τροποσφαιρικό όζον αποτελεί ρύπο κοντά στην επιφάνεια της Γης, αποτελώντας συστατικό της αιθαλομίχλης. Σε ακόμη μεγαλύτερα υψόμετρα από τη στρατόσφαιρα, η αλλομορφή του ατομικού οξυγόνου έχει σημαντική παρουσία και προκαλεί τη διάβρωση διαστημοπλοίων[7].

Το οξυγόνο ανακαλύφθηκε, ανεξάρτητα, από τους Καρλ Βίλχελμ Σέελε (Carl Wilhelm Scheele), στην Ουψάλα το 1773, ή λίγο νωρίτερα, και τον Τζόζεφ Πρίστλυ (Joseph Priestley), στο Γουίλτσαϊρ (Wiltshire) το 1774, αλλά ο δεύτερος δημοσίευσε πρώτος την εργασία του. Το όνομα «οξυγόνο» δόθηκε το 1777 από τον Λαβουαζιέ[8]. Τα πειράματα του τελευταίου διέλυσαν την τότε δημοφιλή θεωρία του φλογιστού για την καύση και τη διάβρωση. Η ονομασία «οξυγόνο» προήλθε από τις ελληνικές λέξεις «ὀξύ» + «γεννῶ», γιατί κατά την εποχή της ονοματοδοσίας του επικρατούσε η εσφαλμένη ιδέα ότι τα οξέα χρειάζονται οξυγόνο για να πραγματοποιήσουν τις χαρακτηριστικές τους αντιδράσεις διάβρωσης.

Το οξυγόνο παράγεται βιομηχανικά με κλασματική απόσταξη υγροποιημένου (ατμοσφαιρικού) αέρα, με τη χρήση ζεολίθων με κυκλική συμπίεση για τη συγκέντρωση οξυγόνου από τον αέρα, με ηλεκτρόλυση του νερού, και ενίοτε με άλλους τρόπους. Η χρήση στοιχειακού οξυγόνου περιλαμβάνει την παραγωγή χάλυβα, πλαστικών, υφασμάτων, επεξεργασία μετάλλων, προώθηση πυραύλων, οξυγονοθεραπεία, συστήματα υποστήριξης ζωής σε αεροσκάφη, υποβρύχια, διαστημόπλοια και δύτες.

Η εμπορική κατανάλωση οξυγόνου στις Η.Π.Α. υπερβαίνει τους 20 εκατομμύρια τόνους ετησίως. Ο εμπλουτισμός με οξυγόνο των υψικαμίνων στις χαλυβουργίες αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη βιομηχανική χρήση του φυσικού αερίου. Μεγάλες ποσότητες χρησιμοποιούνται επίσης στην παρασκευή μίγματος αερίων κατά την παραγωγή αμμωνίας και μεθανόλης, καθώς και για οξυ-ακετυλενικές συγκολλήσεις.[9] Στα νοσοκομεία συχνά χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της αναπνοής των ασθενών.

Το φυσικό οξυγόνο αποτελείται από τρία (3) σταθερά ισότοπα: το 16O (σε ποσοστό 99,762 %), το 17O και το 18O.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Suurstof
Alemannisch: Sauerstoff
አማርኛ: ኦክሲጅን
aragonés: Oxichén
Ænglisc: Æðmlyft
العربية: أكسجين
অসমীয়া: অম্লজান
asturianu: Oxíxenu
azərbaycanca: Oksigen
تۆرکجه: اوکسیژن
башҡортса: Кислород
Boarisch: Sauastoff
žemaitėška: Degounis
беларуская: Кісларод
беларуская (тарашкевіца)‎: Тлен
български: Кислород
भोजपुरी: ऑक्सीजन
বাংলা: অক্সিজেন
བོད་ཡིག: གསོ་རླུང་།
brezhoneg: Oksigen
bosanski: Kisik
català: Oxigen
Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄: Iōng
нохчийн: Мустлург
Cebuano: Oksihena
کوردی: ئۆکسجین
corsu: Ossigenu
čeština: Kyslík
Чӑвашла: Йӳçамăш
Cymraeg: Ocsigen
dansk: Ilt
Deutsch: Sauerstoff
English: Oxygen
Esperanto: Oksigeno
español: Oxígeno
eesti: Hapnik
euskara: Oxigeno
estremeñu: Ossígenu
فارسی: اکسیژن
suomi: Happi
føroyskt: Oxygen
français: Oxygène
Nordfriisk: Sürstoof
furlan: Ossigjen
Frysk: Soerstof
Gaeilge: Ocsaigin
贛語:
Gàidhlig: Ogsaidean
galego: Osíxeno
Avañe'ẽ: Tatarapo
गोंयची कोंकणी / Gõychi Konknni: ऑक्सिजन
Gaelg: Ocsygien
客家語/Hak-kâ-ngî: Yông
Hawaiʻi: ʻOkikene
עברית: חמצן
हिन्दी: ऑक्सीजन
Fiji Hindi: Oxygen
hrvatski: Kisik
hornjoserbsce: Kislik
Kreyòl ayisyen: Oksijèn
magyar: Oxigén
հայերեն: Թթվածին
Արեւմտահայերէն: Թթուածին
interlingua: Oxygeno
Bahasa Indonesia: Oksigen
Ilokano: Oksiheno
Ido: Oxo
íslenska: Súrefni
italiano: Ossigeno
日本語: 酸素
Patois: Axijen
la .lojban.: kijno
Jawa: Oksigèn
ქართული: ჟანგბადი
Taqbaylit: Uksijin
Kabɩyɛ: Ɔkɩsɩzɛnɩ
Gĩkũyũ: Oxygen
қазақша: Оттегі
ភាសាខ្មែរ: អុកស៊ីសែន
ಕನ್ನಡ: ಆಮ್ಲಜನಕ
한국어: 산소
Перем Коми: Шӧмувтыр
Ripoarisch: Sauerstoff
kurdî: Oksîjen
Кыргызча: Кычкылтек
Latina: Oxygenium
Lëtzebuergesch: Sauerstoff
лезги: Кислород
Limburgs: Zuurstof
Ligure: Oscigeno
lumbaart: Osìgeno
lingála: Oksijɛ́ní
lietuvių: Deguonis
latviešu: Skābeklis
мокшень: Шапафни
Malagasy: Ôksizenina
олык марий: Шопештыш
Māori: Hāora
македонски: Кислород
മലയാളം: ഓക്സിജൻ
मराठी: ऑक्सिजन
кырык мары: Кислород
Bahasa Melayu: Oksigen
Malti: Ossiġenu
မြန်မာဘာသာ: အောက်စီဂျင်
Nāhuatl: Ehecayoh
Plattdüütsch: Suerstoff
नेपाली: प्राणवायु
नेपाल भाषा: अक्सिजन
Nederlands: Zuurstof (element)
norsk nynorsk: Oksygen
norsk: Oksygen
occitan: Oxigèn
Livvinkarjala: Happamehsuadu
Oromoo: Ooksijiinii
ଓଡ଼ିଆ: ଅମ୍ଳଜାନ
ਪੰਜਾਬੀ: ਆਕਸੀਜਨ
Kapampangan: Oxygen
Papiamentu: Oksigeno
पालि: अक्सिजन
polski: Tlen
Piemontèis: Ossìgen
پنجابی: آکسیجن
پښتو: اکسيجن
português: Oxigénio
Runa Simi: Muksichaq
rumantsch: Oxigen
română: Oxigen
armãneashti: Oxigenu
русский: Кислород
русиньскый: Оксиген
саха тыла: Кислород
sardu: Ossìgenu
sicilianu: Ussìgginu
Scots: Oxygen
سنڌي: آڪسيجن
srpskohrvatski / српскохрватски: Kiseonik
සිංහල: ඔක්සිජන්
Simple English: Oxygen
slovenčina: Kyslík
slovenščina: Kisik
Soomaaliga: Ogsajiin
shqip: Oksigjeni
српски / srpski: Кисеоник
Seeltersk: Suurstof
Sunda: Oksigén
svenska: Syre
Kiswahili: Oksijeni
தமிழ்: ஆக்சிசன்
ತುಳು: ಆಮ್ಲಜನಕ
తెలుగు: ఆక్సిజన్
тоҷикӣ: Оксиген
Tagalog: Oksiheno
Türkçe: Oksijen
татарча/tatarça: Уттуар
ئۇيغۇرچە / Uyghurche: ئوكسىگېن
українська: Оксиген
اردو: آکسیجن
oʻzbekcha/ўзбекча: Kislorod
vèneto: Osìgeno
vepsän kel’: Hapanik
Tiếng Việt: Ôxy
West-Vlams: Zuurstof
Volapük: Loxin
walon: Ocsidjinne
Winaray: Oksiheno
吴语:
хальмг: Оксиҗен
isiXhosa: I-oxygen
მარგალური: ჟანგბადი
ייִדיש: זויערשטאף
Yorùbá: Ọ́ksíjìn
Vahcuengh: Yangj
中文:
文言:
Bân-lâm-gú: Sng-sò͘
粵語: