Μόρφημα
English: Morpheme

Μορφήματα στη γλωσσολογία ονομάζονται οι ελάχιστες μονάδες σημασίας που συναντάμε κατά τη μορφολογική ανάλυση μιας γλώσσας. Δηλαδή είναι τα στοιχεία που αν αναλυθούν σε άλλα μικρότερα, όπως οι συλλαβές και τα φωνήματα, αυτά τα μικρότερα στοιχεία δεν έχουν πλέον κάποιο νόημα. Διακρίνονται σε λεξικά (λεξιλογικά) μορφήματα και γραμματικά (λειτουργικά) μορφήματα. Από τον συνδυασμό των μορφημάτων προκύπτουν οι λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη "σπιτάκι" αναλύεται σε δύο μορφήματα: σπιτ-, -άκι. Το μόρφημα σπιτ- είναι λεξικό και το -άκι είναι γραμματικό.

Τα γραμματικά μορφήματα είναι οι ελάχιστες διαφοροποιητικές μονάδες (χρόνου, αριθμού, γένους κλπ), οι οποίες πραγματώνονται από τις μορφές, π.χ. μόρφημα: "πληθυντικός" , μορφές: "-ες" (ημέρ-ες ), "-οι" (άνθρωπ-οι) ,"-α"(δέντρα) κλπ.

Η μελέτη των μορφημάτων ξεκινά με συστηματικό τρόπο από τον αμερικανικό δομισμό και τον βασικό εκπρόσωπό του, τον Bloomfield (1933).Τα μορφήματα ανήκουν στην πρώτη άρθρωση της γλώσσας.

Πηγές

  • Γ.Μπαμπινιώτη, Θεωρητική γλωσσολογία
  • Γ.Μπαμπινιώτη, Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας
άλλες γλώσσες
Afrikaans: Morfeem
Alemannisch: Morphem
العربية: مقطع صرفي
asturianu: Morfema
azərbaycanca: Morfem
беларуская: Марфема
беларуская (тарашкевіца)‎: Марфэма
български: Морфема
brezhoneg: Morfem
català: Morfema
کوردی: مۆرفیم
čeština: Morfém
словѣньскъ / ⰔⰎⰑⰂⰡⰐⰠⰔⰍⰟ: Морфима
Чӑвашла: Морфема
Cymraeg: Morffem
dansk: Morfem
Deutsch: Morphem
ދިވެހިބަސް: ލުފައިޒު
English: Morpheme
Esperanto: Vortero
español: Morfema
eesti: Morfeem
euskara: Morfema
فارسی: تکواژ
suomi: Morfeemi
français: Morphème
Frysk: Morfeem
Gaeilge: Moirféim
galego: Morfema
עברית: מורפמה
हिन्दी: रूपिम
hrvatski: Morfem
hornjoserbsce: Morfem
magyar: Morféma
հայերեն: Ձևույթ
interlingua: Morphema
Bahasa Indonesia: Morfem
Ido: Morfemo
íslenska: Myndan
italiano: Morfema
日本語: 形態素
ქართული: მორფემა
қазақша: Морфема
한국어: 형태소
kurdî: Morfem
Кыргызча: Морфема
Limburgs: Morfeem
lietuvių: Morfema
latviešu: Morfēma
Malagasy: Hasin-teny
македонски: Морфема
മലയാളം: രൂപിമം
Bahasa Melayu: Morfem
Plattdüütsch: Morphem
Nederlands: Morfeem
norsk nynorsk: Morfem
norsk: Morfem
Novial: Morfeme
ਪੰਜਾਬੀ: ਮਾਰਫੀਮ
polski: Morfem
português: Morfema
Runa Simi: Rimana yapaq
română: Morfem
русский: Морфема
Scots: Morpheme
srpskohrvatski / српскохрватски: Morfem
Simple English: Morpheme
slovenčina: Morféma
slovenščina: Morfem
српски / srpski: Морфема
svenska: Morfem
Kiswahili: Mofimu
தமிழ்: உருபன்
Tagalog: Morpema
Türkçe: Biçimbirim
українська: Морфема
vèneto: Morfema
Tiếng Việt: Hình vị
walon: Morfinme
吴语: 语素
中文: 語素