Ηλεκτρόνιο

Ηλεκτρόνιο
Crookes tube-in use-lateral view-standing cross prPNr°11.jpg
Τα πειράματα με σωλήνα Crookes δείχνουν τη σωματιδιακή φύση των ηλεκτρονίων. Σε αυτήν την εικόνα φαίνεται ένας στόχος σε σχήμα σταυρού Μάλτας να βάλλεται από ηλεκτρόνια και να προβάλλεται στην εμπρόσθια όψη του σωλήνα.[1]
Σύνθεση Στοιχειώδες σωμάτιο[2]
Στατιστική Φερμιονική
Γενιά Πρώτη
Αλληλεπιδράσεις Βαρυτική, ηλεκτρομαγνητική και ασθενής
Σύμβολο e-, β-
Αντισωματίδιο Ποζιτρόνιο
Προβλέφθηκε θεωρητικά Richard Laming (1838–1851),[3]
G. Johnstone Stoney (1874) και άλλους.[4][5]
Ανακαλύφθηκε Τζόζεφ Τζον Τόμσον[6] (1897)
Αναλλοίωτη μάζα 9.10938291(40) × 10-31 kg[7]
5.4857990946(22) × 10-4 u[7]
0.510998928(11) MeV/c2[7]
Μέσος χρόνος ζωής > 6.6 × 1028 έτη[8]
Ηλεκτρικό φορτίο -1 e
-1.602176565(35) × 10-19 Cb[7]
-4.80320451(10) × 10-10 esu
Μαγνητική ροπή −1.00115965218076(27) [7]
Σπιν ½

Το ηλεκτρόνιο είναι ένα από τα θεμελιώδη υποατομικά σωματίδια της ύλης, το οποίο φέρει αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο. Είναι λεπτόνιο με σπιν 1/2 και μάζα 1,836 × 103 φορές μικρότερη από το πρωτόνιο.

Τα ηλεκτρόνια μαζί με τους ατομικούς πυρήνες σχηματίζουν τα άτομα. Τα ηλεκτρόνια μπορεί να θεωρηθεί πως περιστρέφονται ταχύτατα γύρω από τον πυρήνα των ατόμων σε συγκεκριμένες, ομοεστιακές και μη συμπίπτουσες ενεργειακές τροχιές, τις στιβάδες, όπως περίπου οι πλανήτες σε ένα ηλιακό σύστημα. Ο εκάστοτε αριθμός και η διάταξη των ηλεκτρονίων στις ατομικές ενεργειακές στιβάδες καθορίζουν τις χημικές ιδιότητες των στοιχείων, ενώ η παγίδευσή τους σε τροχιές γύρω από πυρήνες και γειτονικών ατόμων, σε επιτρεπόμενες στιβάδες, δημιουργεί τους χημικούς δεσμούς.

Σήμερα δεν θεωρείται πως τα ηλεκτρόνια περιφέρονται πραγματικά στις τροχιές που καθορίζουν ενεργειακά οι στιβάδες αλλά πως βρίσκονται σε θέσεις που δεν είναι δυνατό να είναι απόλυτα γνωστές και έχουν σχήμα νέφους πιθανοτήτων. Ακόμα και στην περίπτωση που έχουμε ένα ηλεκτρόνιο γύρω από ένα πρωτόνιο, (δηλαδή σε ένα άτομο υδρογόνου), το ηλεκτρόνιο περιγράφεται ως ένα νέφος γύρω από τον πυρήνα που είναι πιο πυκνό κοντά στην απόσταση της στιβάδας που του αναλογεί ενεργειακά.

Η ροή ηλεκτρονίων μέσω αγωγού δημιουργεί το ηλεκτρικό ρεύμα.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Elektron
Alemannisch: Elektron
aragonés: Electrón
العربية: إلكترون
অসমীয়া: ইলেকট্ৰন
asturianu: Electrón
azərbaycanca: Elektron
تۆرکجه: الکترون
башҡортса: Электрон
Boarisch: Elektron
žemaitėška: Alektruons
беларуская: Электрон
беларуская (тарашкевіца)‎: Электрон
български: Електрон
বাংলা: ইলেকট্রন
brezhoneg: Elektron
bosanski: Elektron
ᨅᨔ ᨕᨘᨁᨗ: Elektron
català: Electró
Mìng-dĕ̤ng-ngṳ̄: Diêng-cṳ̄
کوردی: ئێلێکترۆن
čeština: Elektron
Чӑвашла: Электрон
Cymraeg: Electron
dansk: Elektron
Deutsch: Elektron
emiliàn e rumagnòl: Eletròun
English: Electron
Esperanto: Elektrono
español: Electrón
eesti: Elektron
euskara: Elektroi
فارسی: الکترون
suomi: Elektroni
Võro: Elektron
føroyskt: Elektron
français: Électron
Nordfriisk: Elektron
Frysk: Elektron
Gaeilge: Leictreon
galego: Electrón
ગુજરાતી: ઈલેક્ટ્રોન
עברית: אלקטרון
हिन्दी: इलेक्ट्रॉन
Fiji Hindi: Electron
hrvatski: Elektron
Kreyòl ayisyen: Elektwon
magyar: Elektron
Հայերեն: Էլեկտրոն
interlingua: Electron
Bahasa Indonesia: Elektron
Ilokano: Elektron
íslenska: Rafeind
italiano: Elettrone
日本語: 電子
Patois: Ilekchran
la .lojban.: dutydikca kantu
Basa Jawa: Èlèktron
ქართული: ელექტრონი
қазақша: Электрон
ភាសាខ្មែរ: អេឡិចត្រុង
한국어: 전자
Ripoarisch: Elektron
kurdî: Kareva
Кыргызча: Электрон
Latina: Electron
Lëtzebuergesch: Elektron
Lingua Franca Nova: Eletron
Limburgs: Elektron
Ligure: Elettron
lumbaart: Elettron
lingála: Eléktron
lietuvių: Elektronas
latviešu: Elektrons
македонски: Електрон
മലയാളം: ഇലക്ട്രോൺ
монгол: Электрон
मराठी: विजाणू
Bahasa Melayu: Elektron
မြန်မာဘာသာ: အီလက်ထရွန်
Plattdüütsch: Elektron
नेपाली: इलेक्ट्रोन
नेपाल भाषा: इलेक्ट्रोन
Nederlands: Elektron
norsk nynorsk: Elektron
norsk: Elektron
Novial: Elektrone
occitan: Electron
ਪੰਜਾਬੀ: ਬਿਜਲਾਣੂ
polski: Elektron
Piemontèis: Eletron
پنجابی: الیکٹران
português: Elétron
Runa Simi: Iliktrun
română: Electron
русский: Электрон
русиньскый: Електрон
संस्कृतम्: विद्युदणुः
sicilianu: Elettrùni
Scots: Electron
سنڌي: برقيو
srpskohrvatski / српскохрватски: Elektron
Simple English: Electron
slovenčina: Elektrón
slovenščina: Elektron
Soomaaliga: Elektaroon
shqip: Elektroni
српски / srpski: Електрон
Seeltersk: Elektron
Basa Sunda: Éléktron
svenska: Elektron
Kiswahili: Elektroni
తెలుగు: ఎలక్ట్రాన్
Tagalog: Elektron
Türkçe: Elektron
татарча/tatarça: Электрон
ئۇيغۇرچە / Uyghurche: ئېلېكترون
українська: Електрон
اردو: برقیہ
oʻzbekcha/ўзбекча: Elektron
vèneto: Ełetron
vepsän kel’: Elektron
Tiếng Việt: Electron
Winaray: Electron
Wolof: Mbëjfepp
吴语: 电子
хальмг: Электрон
isiXhosa: Ii-electrons
ייִדיש: עלעקטראן
中文: 电子
文言: 電子
Bân-lâm-gú: Tiān-chú
粵語: 電子