Ζαργκόν

Η ζαργκόν (γαλλ. jargon) είναι γλώσσα με ειδική ορολογία και λεξιλόγιο που σχετίζεται με κάποια συγκεκριμένη επιστημονική δραστηριότητα, επάγγελμα ή άλλη ομάδα.[1][2] Αναπτύσσεται ως τεχνική γλώσσα για λόγους πιο γρήγορης και εύκολης επικοινωνίας,[1] για να εκφράσει έννοιες που χρησιμοποιούνται συχνά μεταξύ των μελών της ομάδας, και παράλληλα ενδυναμώνει την αίσθηση του ανήκειν στην ομάδα.[2]

Κύρια χαρακτηριστικά της ζαργκόν είναι το εξειδικευμένο στον τομέα της λεξιλόγιο, ιδιωματισμοί και συντομογραφίες. Στο συντακτικό της παρατηρείται η χρήση της προστακτικής, εκτεταμένη χρήση παθητικής φωνής και αντικατάσταση σε νομικά κείμενα των αντωνυμιών με φράσεις ουσιαστικών. Στον προφορικό λόγο γίνεται χρήση προσωδίας και χειρονομιών ενώ στον γραπτό εμφανίζονται διάφορες τυπογραφικές συμβάσεις.[2]

  • Παραπομπές

Παραπομπές

  1. 1,0 1,1 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (2η έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. ISBN 960-86190-1-7. 
  2. 2,0 2,1 2,2 (ed.), Keith Brown (2006). Encyclopedia of language and linguistics (2η έκδοση). Amsterdam [etc.]: Elsevier. ISBN 978-0-08-044854-1. 



άλλες γλώσσες
العربية: لغة مهنية
azərbaycanca: Jarqon
беларуская (тарашкевіца)‎: Жаргон
български: Жаргон
dansk: Jargon
Deutsch: Jargon
English: Jargon
Esperanto: Ĵargono
español: Jerga
suomi: Jargon
français: Jargon
Frysk: Jargon
galego: Xerga
עברית: ז'רגון
हिन्दी: वर्गबोली
hrvatski: Žargon
magyar: Zsargon
հայերեն: Ժարգոն
Bahasa Indonesia: Jargon
italiano: Gergo
日本語: 隠語
ქართული: ჟარგონი
қазақша: Жаргон
Кыргызча: Жаргон
Lingua Franca Nova: Jergo
lietuvių: Žargonas
Bahasa Melayu: Jargon
Nederlands: Jargon
norsk: Sjargong
polski: Żargon
português: Jargão
română: Jargon
русский: Жаргон
саха тыла: Жаргон
Scots: Jargon
srpskohrvatski / српскохрватски: Žargon
Simple English: Jargon
slovenčina: Žargón
slovenščina: Žargon
српски / srpski: Жаргон
svenska: Jargong
Türkçe: Jargon
татарча/tatarça: Жаргон
українська: Жаргон
oʻzbekcha/ўзбекча: Jargon
中文: 行話