Αλκοόλες

Το υδροξύλιο, η χαρακτηριστική ομάδα σε ένα μόριο αλκοόλης. Το άτομο άνθρακα, που συνδέεται με το υδροξύλιο, συνδέεται επιπλέον με άτομα υδρογόνου ή και άλλα άτομα άνθρακα της ανθρακικής αλυσίδας.
Τρισδιάστατο μοντέλο με σφαίρες και μπάρες της υδροξυλομάδας σε ένα μόριο αλκοόλης. Τα R1, R2 και R3 μπορεί να είναι ανθρακούχες μονοσθενείς ομάδες (που δεν πρέπει να περιλαμβάνουν χαρακτηριστική ομάδα «ανώτερη» του υδροξυλίου) ή άτομα υδρογόνου. Υπάρχει η πιθανότητα δύο (2) ή και τρία (3) από R να αντιστοιχούν σε μια δισθενή ή και σε μια τρισθενή, αντίστοιχα, ανθρακούχα ομάδα.

Το ουσιαστικό αλκοόλη στην καθομιλούμενη είναι συνώνυμο της αιθυλικής αλκοόλης, το κοινό οινόπνευμα. Για άλλες χρήσεις του όρου δείτε Αλκοόλη (αποσαφήνιση).

Στη Χημεία, όμως, με την ονομασία «αλκοόλη» αναφέρεται οποιαδήποτε οργανική ένωση που περιέχει ένα ή περισσότερα υδροξύλια ή υδροξυομάδες (-OH), συνδεμένα με άτομο άνθρακα και μόνο εφόσον το υδροξύλιο είναι η κύρια χαρακτηριστική ομάδα της ένωσης. Έτσι, για παράδειγμα το γαλακτικό οξύ (CH3CH(OH)COOH), που περιέχει υδροξύλιο, δεν θεωρείται αλκοόλη, αλλά καρβονικό οξύ (και πιο συγκεκριμένα υδροξυοξύ), διότι η κύρια χαρακτηριστική του ομάδα είναι το καρβοξύλιο (-COOH).

Ως χαρακτηριστική ομάδα, το υδροξύλιο έπεται για χαρακτηρισμό ως κύρια χαρακτηριστική ομάδα του καρβοξυλίου (-COOH), των άλλων όξινων ομάδων, όπως της σουλφοξυομάδας (-SO3H), του νιτριλίου (-CN), του καρβονυλίου (>CO) και αντίστοιχων ομάδων που περιέχουν άλλα στοιχεία και πολλαπλούς δεσμούς ταυτόχρονα. Προηγείται όμως όλων των υπόλοιπων χαρακτηριστικών ομάδων.

άλλες γλώσσες
Afrikaans: Alkohol
Alemannisch: Alkohole
aragonés: Alcohol
العربية: كحول
অসমীয়া: এলক'হল
asturianu: Alcohol
azərbaycanca: Spirtlər
تۆرکجه: الکول
башҡортса: Спирт
žemaitėška: Alkuoguolis
беларуская: Спірты
беларуская (тарашкевіца)‎: Сьпірт
български: Алкохол
brezhoneg: Alkool
bosanski: Alkohol
català: Alcohol
کوردی: ئەلکھول
čeština: Alkoholy
Cymraeg: Alcohol
Deutsch: Alkohole
English: Alcohol
Esperanto: Alkoholo
español: Alcohol
eesti: Alkoholid
euskara: Alkohol
فارسی: الکل
suomi: Alkoholit
føroyskt: Alkohol
français: Alcool (chimie)
Nordfriisk: Alkohol
Gaeilge: Alcóil
Gàidhlig: Alcol
galego: Alcohol
ગુજરાતી: આલ્કોહોલ
Gaelg: Alcoal
עברית: כוהל
हिन्दी: अल्कोहल
Fiji Hindi: Alcohol
hrvatski: Alkoholi
Kreyòl ayisyen: Alkòl
magyar: Alkoholok
Հայերեն: Սպիրտ
interlingua: Alcohol
Bahasa Indonesia: Alkohol
Ilokano: Alkohol
íslenska: Alkóhól
italiano: Alcoli
日本語: アルコール
Patois: Alkoal
Basa Jawa: Alkohol
ქართული: სპირტი
Kabɩyɛ: Alɩkɔɔlɩ
қазақша: Алкогольдер
한국어: 알코올
Ripoarisch: Alkohol
kurdî: Alkol
Кыргызча: Спирт
Latina: Alcohol
Ladino: Alkól
Lëtzebuergesch: Alkoholen
Limburgs: Alcohol
lumbaart: Alcol
lingála: Lotoko
lietuvių: Alkoholis
latviešu: Spirti
македонски: Алкохол
Bahasa Melayu: Alkohol
မြန်မာဘာသာ: အယ်လ်ကိုဟော
Plattdüütsch: Alkohol
नेपाली: अल्कोहल
norsk nynorsk: Alkohol
norsk: Alkoholer
occitan: Alcòl
ਪੰਜਾਬੀ: ਅਲਕੋਹਲ
polski: Alkohole
پنجابی: الکحل
português: Álcool
Runa Simi: Alkul
română: Alcool
armãneashti: Alcoolu
русский: Спирты
русиньскый: Алкоголы
sicilianu: Alcool
Scots: Alcohol
srpskohrvatski / српскохрватски: Alkoholi
Simple English: Alcohol
slovenščina: Alkohol
shqip: Alkooli
српски / srpski: Алкохол
Basa Sunda: Alkohol
svenska: Alkoholer
Kiswahili: Alkoholi
தமிழ்: மதுசாரம்
తెలుగు: ఆల్కహాలు
Tagalog: Alkohol
Türkçe: Alkol
татарча/tatarça: Спиртлар
українська: Спирти
اردو: الکحل
oʻzbekcha/ўзбекча: Spirtlar
Tiếng Việt: Ancol
West-Vlams: Alcool
Winaray: Arkohol
吴语:
ייִדיש: אלקאהאל
Yorùbá: Ọtí
中文:
文言:
Bân-lâm-gú: Alcohol
粵語: 酒精